σαπουνόχωμα

το, Ν
1. αργιλώδες ορυκτό που μοιάζει, ως προς την αφή, με σαπούνι
2. το πυριτικό μαγνήσιο, που χρησιμοποιείται για τη νόθευση τών σαπουνιών.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαπωνίτης — ο, Ν ένυδρο αργιλοπυριτικό ορυκτό τού μαγνησίου το οποίο ανήκει στην ομάδα τών αργιλικών ορυκτών και αποτελεί μέλος τής σειράς τού μοντμοριλλονίτη, κν. σαπουνόχωμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σάπων + κατάλ. ίτης (πρβλ. λιγν ίτης). Η λ. μαρτυρείται από το 1889 …   Dictionary of Greek

  • σμηκτρίδα — η / σμηκτρίς, ίδος, ἡ, ΝΑ (ενν. γη) νεοελλ. άλλη ονομασία τού σμηκτίτη 2. είδος χώματος ή πηλού που χρησίμευε για καθαρισμό ενδυμάτων, σαπουνόχωμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σμήχω + επίθημα τρίς (πρβλ. ψηκ τρίς)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.